Σε προηγούμενη ανάρτηση είχα παρουσιάσει τη μέθοδο των Λυμένων Παραδειγμάτων (Worked Examples) που απορρέει από τη Θεωρία του Γνωστικού Φορτίου (Cognitive Load Theory). Σύμφωνα με αυτήν, η διδασκαλία της επίλυσης προβλημάτων χωρίζεται σε τέσσερα στάδια:
- Επίδειξη
- Εναλλαγή λυμένων παραδειγμάτων - προβλημάτων
- Σταδιακός περιορισμός των λυμένων παραδειγμάτων
- Εξάσκηση χωρίς λυμένα παραδείγματα
Το μάθημα ξεκινά με τον εκπαιδευτικό να λύνει ένα πρόβλημα δείχνοντας τι πρέπει να μάθουν οι μαθητές. Στο δεύτερο βήμα λύνει πάλι ένα πρόβλημα και μετά τους ζητά να λύσουν και αυτοί ένα παρόμοιο. Έπειτα, λύνει αυτός ένα διαφορετικό πρόβλημα και οι μαθητές λύνουν με τη σειρά τους ένα παρόμοιο και συνεχίζεται αυτό το στάδιο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα. Σιγά σιγά ο εκπαιδευτικός μειώνει τον αριθμό των λυμένων παραδειγμάτων που παρουσιάζει και αυξάνει τα προβλήματα που πρέπει να λύσουν οι μαθητές μόνοι τους, μέχρι να φτάσουν στο σημείο να εξασκούνται μόνοι τους.
Στο δεύτερο στάδιο υπάρχει και μία ακόμα παραλλαγή. Αν είναι πολύ δύσκολο οι μαθητές να λύσουν μόνοι τους το πρόβλημα μιμούμενοι αυτά που τους έδειξε ο εκπαιδευτικός, υιοθετείται η τεχνική της φθίνουσας καθοδήγησης (fading). Για να γίνω κατανοητός θα την παρουσιάσω με όσο πιο απλό τρόπο μπορώ χρησιμοποιώντας ένα παράδειγμα από τον χώρο των μαθηματικών και ένα από τον χώρο της γλώσσας.
Θα ξεκινήσω με την πρόσθεση ετερώνυμων κλασμάτων. Πρόκειται για μία διαδικασία που περιλαμβάνει τρία βήματα:
- Εύρεση ελάχιστου κοινού πολλαπλάσιου
- Μετατροπή ετερώνυμων κλασμάτων σε ομώνυμα κλάσματα
- Πρόσθεση ομώνυμων κλασμάτων
Ο εκπαιδευτικός επιδεικνύει πρώτα όλη τη διαδικασία και στη συνέχεια με ένα δεύτερο παράδειγμα κάνει το πρώτο και το δεύτερο βήμα και οι μαθητές εκτελούν μόνοι τους το τρίτο. Αφού εξασκηθούν αρκετά στο τρίτο βήμα, ο εκπαιδευτικός δείχνει στη συνέχεια μόνο το πρώτο βήμα και οι μαθητές εκτελούν τα δύο επόμενα μόνοι τους. Αφού αποκτήσουν την απαραίτητη ευχέρεια στο δεύτερο και στο τρίτο βήμα, οι μαθητές κάνουν και τα τρία βήματα μόνοι τους.
Κάτι παρόμοιο είναι δυνατόν να εφαρμοστεί και στη διδασκαλία του συντακτικού και συγκεκριμένα στην εύρεση του υποκειμένου και των δύο αντικειμένων. Και εδώ το πρόβλημα αυτό λύνεται σε τέσσερα βήματα.
- Βρίσκουμε πρώτα το ρήμα
- Ρωτάμε «Ποιος;» και με βάση την απάντηση βρίσκουμε το υποκείμενο
- Ρωτάμε «Τι;» και βρίσκουμε το πρώτο αντικείμενο
- Ρωτάμε «Ποιον;» και εντοπίζουμε το δεύτερο αντικείμενο
O εκπαιδευτικός στην αρχή θα δείξει όλη τη διαδικασία. Έπειτα, θα ζητήσει από τους μαθητές να βρουν μόνο το ρήμα και ο ίδιος θα βρει το υποκείμενο και τα αντικείμενα. Μόλις οι μαθητές είναι ικανοί να βρίσκουν γρήγορα το ρήμα, στη συνέχεια θα τους ζητήσει να βρουν και το υποκείμενο, ενώ αυτός θα βρει μόνος του τα δύο αντικείμενα. Έπειτα παρουσιάζει διάφορα παραδείγματα στα οποία τα παιδιά θα βρίσκουν το ρήμα, το υποκείμενο και το αντικείμενο με την ερώτηση «Τι;» και αυτός θα βρίσκει μόνο το αντικείμενο με την ερώτηση «Ποιον;» και στο τέλος οι μαθητές θα εξασκούνται μόνοι τους.
Ειδικά στο συντακτικό η διαδικασία είναι πολυπλοκότερη, αλλά νομίζω ότι τα δύο παραδείγματα μεταφέρουν επιτυχώς το σκεπτικό αυτής της μεθόδου. Όπως φαίνεται οι μαθητές είναι δυνατόν να ξεκινήσουν μόνοι τους είτε από το πρώτο βήμα (να βρουν το ρήμα) είτε από το τελευταίο (να κάνουν την πράξη) είτε από κάποιο ενδιάμεσο. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εκπαιδευτικού. Σίγουρα πάντως η μετάβαση στην ανεξάρτητη εξάσκηση γίνεται πιο ομαλά με αυτόν τον τρόπο.

Σχόλια