30 Μαρτίου 2019

Μια πρόταση για τη διδασκαλία της κριτικής σκέψης στο Δημοτικό Σχολείο


Ένα από τα αγαπημένα μου θέματα στην παιδαγωγική είναι η διδασκαλία της κριτικής σκέψης. Στην πορεία μου να ανακαλύψω τρόπους διδασκαλίας της στο σημερινό Δημοτικό Σχολείο έχω δοκιμάσει πολλά. Ένα από αυτά είναι και η παρακάτω πρόταση που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Νέος Παιδαγωγός» στη σελίδα 287. Πραγματοποιήθηκε πριν πέντε χρόνια στο μάθημα της Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής στην Ε΄ Δημοτικού.

Συνοπτικά αναφέρω τα εξής: με τους μαθητές συγκρίναμε τη νομοθετική εξουσία στην Ελλάδα και στην Ε.Ε.· μέσα από συζήτηση διαπιστώσαμε ότι η νομοθετική εξουσία στην Ελλάδα λειτουργεί δημοκρατικότερα, επηρεάζεται δηλαδή σε μεγαλύτερο βαθμό από τον λαό, σε σχέση με την Ε.Ε.· οι μαθητές πρότειναν αλλαγές, ώστε να οργανωθεί πιο δημοκρατικά η νομοθετική εξουσία στην Ε.Ε. Όλα αυτά τα γράψαμε σε επιστολές τις οποίες στείλαμε στους Έλληνες ευρωβουλευτές.

Πίσω από τον συγκεκριμένο σχεδιασμό υπάρχει μία ολόκληρη φιλοσοφία η οποία αναπτύσσεται διεξοδικότερα στο άρθρο. Σαφέστατα με ενδιέφερε να μάθουν σε ικανοποιητικό βαθμό τη δομή της νομοθετικής εξουσίας στην Ελλάδα και στην Ε.Ε. Με ενδιέφερε να καταπιαστούν με ένα αυθεντικό έργο, να δουν ότι μπορούν να γίνουν ενεργοί πολίτες, έστω και με μία πολύ ήπια εκδοχή ακτιβισμού. Πρωτίστως όμως με ενδιέφερε η κριτική σκέψη: να συζητήσουν ορθολογικά και πολιτισμένα, να συντάξουν ένα απλό επιχειρηματολογικό κείμενο, και κυρίως να αναπτύξουν συγκεκριμένες στάσεις οι οποίες είναι απαραίτητες για την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης. Ειδικότερα, να επιθυμούν να σκέφτονται κριτικά, μα ταυτόχρονα να είναι ανοιχτοί στην κριτική των απόψεών τους. Και για αυτόν τον λόγο στο τέλος των επιστολών τους ζητούσαν ανοιχτά την κριτική των προτάσεών τους από τους ευρωβουλευτές.

Από όσο θυμάμαι λίγοι απάντησαν. Δεν πειράζει. Το σημαντικό είναι ότι η δουλειά που ξεκίνησε τότε συνεχίστηκε και την επόμενη χρονιά και με βοήθησε να φτιάξω ένα αρκετά πλήρες μοντέλο διδασκαλίας της κριτικής σκέψης, το οποίο σύντομα ελπίζω να καταφέρω να εκδώσω.

28 Μαρτίου 2019

Πώς ξέρουμε τι δουλεύει στην παιδαγωγική;


Στην παιδαγωγική επιστήμη είναι δύσκολο να αποδείξεις τι δουλεύει. Ο Hattie (2009), είναι πιθανότατα ο πρώτος που επιχείρησε να ερευνήσει τόσο συστηματικά την αποτελεσματικότητα διαφόρων παραγόντων. Για να το πετύχει συγκέντρωσε διάφορες μετα-αναλύσεις και τις συνέθεσε. Ξεκίνησε πριν το 2009 και συνεχίζει ακόμα. Εδώ είναι η τελευταία κατάταξη.

Αν διαβάσεις τη λίστα χωρίς να διαβάσεις τα βιβλία του, δε θα καταλάβεις πολλά. Ευτυχώς, έχει γράψει αρκετά έργα που προσφέρονται δωρεάν (εδώ, εδώ και εδώ), αλλά και στην ιστοσελίδα της κατάταξης εξηγούνται διάφοροι όροι. Η πιο σημαντική διαπίστωση είναι η εξής: καμία θεαματική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση από αυτές που κυκλοφορούν στον δημόσιο βίο και απαιτούν συχνά πολλά χρήματα για να πραγματοποιηθούν δε βρίσκεται ψηλά στη λίστα. Απεναντίας, ψηλά βρίσκονται πράγματα πεζά, άγνωστα, δυσνόητα στο ευρύ κοινό.

Ο αποτελεσματικότερος παράγοντας φαίνεται να είναι η συλλογική αποδοτικότητα των εκπαιδευτικών (collective teacher efficacy): όταν σε ένα σχολείο όλοι οι εκπαιδευτικοί πιστεύουν ότι η επίδοση των μαθητών εξαρτάται από αυτούς και βλέπουν εμπειρικά στοιχεία να το επιβεβαιώνουν, η επίδοση ανεβαίνει. Και δεν ανεβαίνει λίγο. Δεν υπάρχει μεμονωμένος παράγοντας που να επιδρά περισσότερο. Ούτε τα λεφτά ούτε οι νέες τεχνολογίες ούτε η αξιολόγηση. Αυτή η απλή αλλαγή της νοοτροπίας των εκπαιδευτικών αρκεί για να αλλάξει ριζικά η εκπαίδευση.

Εδώ υπάρχει ένα λεπτό σημείο. Πολλοί εκπαιδευτικοί πιθανόν να αρνηθούν την αξία της συλλογικής αποδοτικότητας των εκπαιδευτικών γιατί θα θεωρήσουν ότι τους καθιστά αποκλειστικούς υπεύθυνους για την επίδοση των μαθητών. Η έρευνα δεν υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Άλλοι παράγοντες άσχετοι με τον εκπαιδευτικό καθορίζουν κυρίως την επίδοση του μαθητή. Στην κατάταξη του Hattie αναφέρονται πολλοί, όπως παράγοντες που έχουν σχέση με την οικογένεια. Η συλλογική αποδοτικότητα των εκπαιδευτικών στην πραγματικότητα είναι ένα τρικ. Αν ο εκπαιδευτικός θέλει να μεγιστοποιήσει την απόδοσή του πρέπει, όταν δουλεύει, να θεωρεί ότι η επίδοση εξαρτάται από αυτόν και να επιδιώκει να συλλέγει στοιχεία που να το αποδεικνύουν. Με αυτό το τρικ θα δει τις επιδόσεις του να αυξάνονται γιατί, μεταξύ άλλων, ο ίδιος θα προσπαθεί περισσότερο. Αν όμως αιτιολογεί την επίδοση με βάση εξωτερικούς παράγοντες, λογικό είναι η προσπάθειά του να πέφτει, αφού θα πιστεύει ότι, έτσι κι αλλιώς, ό,τι και να κάνει, δεν θα καταφέρει τίποτα.

Μία δεύτερη αντίρρηση προκύπτει από την παρανόηση του τι ακριβώς υποστηρίζει η συλλογική αποδοτικότητα των εκπαιδευτικών. Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι όλοι οι μαθητές μπορούν να φτάσουν στο ίδιο επίπεδο. Αλλού θα φτάσει ο χαρισματικός μαθητής, αλλού ο μαθητής με νοητική καθυστέρηση. Ο στόχος είναι να μην πάει χαμένη η χρονιά για κανέναν. Κι όμως, έχω δει πολλές φορές εκπαιδευτικούς να έχουν ουτοπικούς στόχους. Να μη διδάσκουν μαθητές· να διδάσκουν ύλη. Να μην ξεφεύγουν από την ύλη, να μην προσαρμόζουν το μάθημά τους στο επίπεδο των μαθητών, να αποτυγχάνουν.

Πιστεύω ότι η επόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση πρέπει να αναζητήσει λύσεις μικρού ή μηδενικού οικονομικού κόστους. Αν δούμε τη λίστα, θα διαπιστώσουμε ότι υπάρχουν πολλοί παράγοντες που ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Καλύτερη λύση θα ήταν να μελετηθεί η συγκεκριμένη λίστα ή ακόμα καλύτερα να φτιάξουμε μία αντίστοιχη. Η αυτοαποτελεσματικότητα, η ανατροφοδότηση, η συζήτηση στην τάξη, η καλλιέργεια της μεταγνώσης, η κατανεμημένη και η ενσυνείδητη εξάσκηση είναι βασικοί παράγοντες με μεγάλη αποτελεσματικότητα που θα αλλάξουν ριζικά το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα. Έχουν μάλιστα το μεγάλο πλεονέκτημα ότι δεν κοστίζουν τίποτα. Αφού παγιωθούν αυτές οι πρακτικές, μπορεί να ανοίξει η συζήτηση για λύσεις που κοστίζουν, αφού πρώτα ελέγξουμε αν αξίζουν. Γιατί, όπως είπα και στην αρχή, οι λύσεις που κυκλοφορούν στην πολιτική δεν είναι μόνο ακριβές· είναι και αναποτελεσματικές.

ΥΓ
Και για να είμαι δίκαιος, παραθέτω και ένα άρθρο που ασκεί κριτική στη μεθοδολογία του John Hattie.

Βιβλιογραφία
Hattie, J. A. C. (2009). Visible learning: A synthesis of over 800 meta-analyses relating to achievement. London: Routledge.